Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cueillir
01
μαζεύω, τραβάω
détacher un fruit, une fleur, ou une plante de l'endroit où elle pousse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cueille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cueillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cueillerai
ενεστώτα μετοχή
cueillant
παθητική μετοχή
cueilli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cueillions
Παραδείγματα
Elle a cueilli une rose pour sa mère.
Αυτή μάζεψε ένα τριαντάφυλλο για τη μητέρα της.



























