la crèche
crèche
kʁɛʃ
κρεσ
cruchecroche

Ορισμός και σημασία του "crèche"στα γαλλικά

01

παιδικός σταθμός, νηπιαγωγείο

lieu l'on garde les jeunes enfants  pendant que les parents travaillent 
la crèche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crèches
Παραδείγματα
Mon fils va à la crèche tous les matins. 

Ο γιος μου πηγαίνει στο παιδικό σταθμό κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store