le comédien
Pronunciation
/kɔmedjɛ̃/

Ορισμός και σημασία του "comédien"στα γαλλικά

Le comédien
[gender: masculine]
01

ηθοποιός, κωμικός

personne qui joue un rôle dans une pièce de théâtre, un film ou une émission, spécialisée dans la comédie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comédiens
Παραδείγματα
Le comédien joue plusieurs rôles dans le même spectacle.
Ο κωμικός παίζει πολλούς ρόλους στην ίδια παράσταση.
01

θεατρικός, υπερβολικός

qui agit ou parle de manière théâtrale ou exagérée, souvent pour tromper ou impressionner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus comédien
συγκριτικός βαθμός
plus comédien
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
comédien
αρσενικό πληθυντικό
comédiens
θηλυκό ενικό
comédienne
θηλυκό πληθυντικό
comédiennes
Παραδείγματα
Elle devient comédienne dès qu' il y a du public.
Γίνεται κωμική μόλις υπάρχει κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store