la concavité
concavité
kɔ̃kavite
kawkavite

Ορισμός και σημασία του "concavité"στα γαλλικά

01

κοιλότητα, κοίλωμα

caractère de ce qui est concave ; partie creuse ou incurvée vers l'intérieur d'une surface ou d'un objet 
la concavité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La concavité de la cuillère permet de retenir le liquide. 

Η κοιλότητα του κουταλιού επιτρέπει να κρατά το υγρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store