la concentration
concentration
kɔ̃sɑ̃tʁasjɔ̃
kawsaatrasyaw

Ορισμός και σημασία του "concentration"στα γαλλικά

La concentration
01

συγκέντρωση, προσοχή

action de diriger toute son attention sur quelque chose 
la concentration definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La concentration est essentielle pour étudier efficacement. 

Η συγκέντρωση είναι απαραίτητη για αποτελεσματική μελέτη.

Λεξικό Δέντρο

concentration
concentrate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store