Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concave
01
κοίλος, σκαφτός προς τα μέσα
qui est creusé vers l'intérieur, formant un creux ou une cavité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus concave
συγκριτικός βαθμός
plus concave
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
concave
αρσενικό πληθυντικό
concaves
θηλυκό ενικό
concave
θηλυκό πληθυντικό
concaves
Παραδείγματα
Le miroir concave déforme légèrement l'image.
Ο κοίλος καθρέφτης παραμορφώνει ελαφρά την εικόνα.



























