concave
concave
kɔ̃kav
kawkav
conclave

Ορισμός και σημασία του "concave"στα γαλλικά

01

κοίλος, σκαφτός προς τα μέσα

qui est creusé vers l'intérieur, formant un creux ou une cavité 
concave definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus concave
συγκριτικός βαθμός
plus concave
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
concave
αρσενικό πληθυντικό
concaves
θηλυκό ενικό
concave
θηλυκό πληθυντικό
concaves
Παραδείγματα
Le miroir concave déforme légèrement l'image. 

Ο κοίλος καθρέφτης παραμορφώνει ελαφρά την εικόνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store