Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le concert
01
συναυλία, μουσική παράσταση
spectacle musical où des musiciens ou chanteurs se produisent devant un public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
concerts
Παραδείγματα
Nous allons à un concert de jazz ce soir.
Πηγαίνουμε σε μια συναυλία τζαζ απόψε.
02
συντονισμένη δράση, συνεργασία
action coordonnée, coopération ou union d'efforts
Παραδείγματα
Le projet a été réalisé en concert avec toutes les équipes.
Το έργο πραγματοποιήθηκε σε συντονισμό με όλες τις ομάδες.



























