Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le concierge
01
θυρωρός, επιστάτης
personne qui s'occupe d'un immeuble ou d'un bâtiment, notamment du ménage, de l'accueil et de la sécurité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
concierges
αρσενικό ενικό
concierge
θηλυκό ενικό
concierge
neutral form
gardien
Παραδείγματα
Le concierge nettoie les parties communes tous les matins.
Ο θυρωρός καθαρίζει τους κοινούς χώρους κάθε πρωί.
LanGeek



























