le concierge
concierge
kɔ̃sjɛʁʒ
kawsyerzh

Ορισμός και σημασία του "concierge"στα γαλλικά

01

θυρωρός, επιστάτης

personne qui s'occupe d'un immeuble ou d'un bâtiment, notamment du ménage, de l'accueil et de la sécurité 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
concierges
αρσενικό ενικό
concierge
θηλυκό ενικό
concierge
neutral form
gardien
Παραδείγματα
Le concierge nettoie les parties communes tous les matins. 

Ο θυρωρός καθαρίζει τους κοινούς χώρους κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store