Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conclusion
[gender: feminine]
01
نتیجه, نتیجهگیری
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Je suis fier de l' heureuse conclusion des négociations.
02
پایان, خاتمه، آخر
Λεξικό Δέντρο
conclusion
conclude



























