conclure
conclure
kɔ̃klyʁ
kawklyr

Ορισμός και σημασία του "conclure"στα γαλλικά

conclure
01

συμπεραίνω, ολοκληρώνω

arriver à une décision ou à un résultat après réflexion 
conclure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conclus
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conclurai
ενεστώτα μετοχή
concluant
παθητική μετοχή
conclu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
concluions
Παραδείγματα
Il a conclu que le projet était trop risqué. 

Κατέληξε ότι το έργο ήταν πολύ επικίνδυνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store