Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conclure
01
συμπεραίνω, ολοκληρώνω
arriver à une décision ou à un résultat après réflexion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conclus
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conclurai
ενεστώτα μετοχή
concluant
παθητική μετοχή
conclu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
concluions
Παραδείγματα
Il a conclu que le projet était trop risqué.
Κατέληξε ότι το έργο ήταν πολύ επικίνδυνο.



























