Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le concert
[gender: masculine]
01
συναυλία, μουσική παράσταση
spectacle musical où des musiciens ou chanteurs se produisent devant un public
Παραδείγματα
J' ai acheté des billets pour le concert de mon chanteur préféré.
Αγόρασα εισιτήρια για τη συναυλία του αγαπημένου μου τραγουδιστή.
02
συντονισμένη δράση, συνεργασία
action coordonnée, coopération ou union d'efforts
Παραδείγματα
Ce plan a été mis en œuvre en concert avec les partenaires locaux.
Αυτό το σχέδιο εφαρμόστηκε σε συντονισμό με τους τοπικούς εταίρους.



























