la concentration
Pronunciation
/kɔ̃sɑ̃tʀasjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "concentration"στα γαλλικά

La concentration
01

συγκέντρωση, προσοχή

action de diriger toute son attention sur quelque chose
la concentration definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La concentration diminue quand on est fatigué.
Η συγκέντρωση μειώνεται όταν είσαι κουρασμένος.

Λεξικό Δέντρο

concentration
concentrate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store