Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La concentration
01
συγκέντρωση, προσοχή
action de diriger toute son attention sur quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La concentration est essentielle pour étudier efficacement.
Η συγκέντρωση είναι απαραίτητη για αποτελεσματική μελέτη.
Λεξικό Δέντρο
concentration
concentrate



























