Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
captar
01
λαμβάνω, αντιλαμβάνομαι
recibir o percibir información, señales o mensajes de una fuente externa
Παραδείγματα
El aparato capta señales de televisión de alta calidad.
Η συσκευή λαμβάνει σήματα τηλεόρασης υψηλής ποιότητας.
02
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
comprender o entender algo claramente, captar su significado
Παραδείγματα
Captó la intención detrás de la broma inmediatamente.
Κατάλαβε αμέσως την πρόθεση πίσω από το αστείο.
03
προσελκύω, συγκεντρώνω
atraer la atención, el interés o la simpatía de alguien
Παραδείγματα
La pintura capta perfectamente la esencia del paisaje.
Ο πίνακας αποτυπώνει τέλεια την ουσία του τοπίου.
04
συλλαμβάνω, καταγράφω
registrar o tomar una imagen mediante una cámara o dispositivo
Παραδείγματα
Intentó captar la expresión del rostro.
Προσπάθησε να αποτυπώσει την έκφραση του προσώπου.
05
αντιλαμβάνομαι, αντιλαμβάνομαι
percibir o darse cuenta de algo a través de los sentidos o la intuición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
capto
γ΄ ενικό πρόσωπο
capta
ενεστώτα μετοχή
captando
απλός αόριστος
captó
παθητική μετοχή
captado
Παραδείγματα
Captó el peligro a tiempo y reaccionó rápidamente.
Κατάλαβε τον κίνδυνο εγκαίρως και αντέδρασε γρήγορα.



























