capturar

Ορισμός και σημασία του "capturar"στα ισπανικά

capturar
01

κατασχω

apoderarse de algo, especialmente por autoridad o ley
capturar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
capturo
γ΄ ενικό πρόσωπο
captura
ενεστώτα μετοχή
capturando
απλός αόριστος
capturó
παθητική μετοχή
capturado
Παραδείγματα
El juez ordenó capturar los bienes del acusado.
Ο δικαστής διέταξε να κατασχεθούν τα περιουσιακά στοιχεία του κατηγορουμένου.
02

συλλαμβάνω, καταλαμβάνω

apoderarse de algo o alguien, especialmente mediante fuerza o autoridad
capturar definition and meaning
Παραδείγματα
Intentaron capturar al pez con una red grande.
Προσπάθησαν να πιάσουν το ψάρι με ένα μεγάλο δίχτυ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store