capturar
capturar

Ορισμός και σημασία του "capturar"στα ισπανικά

capturar
01

κατασχω

apoderarse de algo, especialmente por autoridad o ley 
capturar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
capturo
γ΄ ενικό πρόσωπο
captura
ενεστώτα μετοχή
capturando
απλός αόριστος
capturó
παθητική μετοχή
capturado
Παραδείγματα
La aduana capturó productos ilegales en el aeropuerto. 

Το τελωνείο κατέσχεσε παράνομα προϊόντα στο αεροδρόμιο.

02

συλλαμβάνω, καταλαμβάνω

apoderarse de algo o alguien, especialmente mediante fuerza o autoridad 
capturar definition and meaning
Παραδείγματα
La policía logró capturar al ladrón. 

Η αστυνομία κατάφερε να συλλάβει τον κλέφτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store