Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capucha
[gender: feminine]
01
κουκούλα, κουκούλα
la parte de una prenda que cubre la cabeza y a veces el cuello
Παραδείγματα
El viento se llevó su capucha mientras caminaba.
Ο άνεμος πήρε την κουκούλα της ενώ περπατούσε.
02
ένα τυπογραφικό σύμβολο (^) σε σχήμα ανεστραμμένου V, ένα τυπογραφικό σύμβολο (^) σε σχήμα ανεστραμμένου V
un símbolo tipográfico (^) con forma de V invertida
Παραδείγματα
¿ Sabes cómo hacer una capucha en este procesador de texto?
Capucha είναι ένα τυπογραφικό σύμβολο (^) σε σχήμα ανεστραμμένου V.



























