Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capucha
01
κουκούλα, κουκούλα
la parte de una prenda que cubre la cabeza y a veces el cuello
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capuchas
Παραδείγματα
La capucha de su abrigo tiene un forro de felpa suave.
Η κουκούλα του παλτό της έχει ένα μαλακό φλις φόδρα.
02
ένα τυπογραφικό σύμβολο (^) σε σχήμα ανεστραμμένου V, ένα τυπογραφικό σύμβολο (^) σε σχήμα ανεστραμμένου V
un símbolo tipográfico (^) con forma de V invertida
Παραδείγματα
En programación, el símbolo capucha se usa como operador lógico.
Στον προγραμματισμό, το σύμβολο καπέλο χρησιμοποιείται ως λογικός τελεστής.



























