decoy
de
ˈdi:
di
coy
kɔɪ
koy
decrydecay

Ορισμός και σημασία του "decoy"στα αγγλικά

01

δέλεαρ, παγίδα

an object, often resembling a prey species, used to attract animals within range of the hunter 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decoys
Παραδείγματα
The hunter set up a lifelike decoy of a rabbit to lure nearby predators into range. 

Ο κυνηγός έστησε ένα ρεαλιστικό δέλεαρ κουνελιού για να προσελκύσει κοντινούς θηρευτές εντός εμβέλειας.

02

δέλεαρ, παγίδα

a person who beguiles or tricks someone into a dangerous situation or leads them into harm's way 
Παραδείγματα
The con artist acted as a decoy, pretending to be a lost tourist while his accomplice stole from unsuspecting passersby. 

Ο απατεώνας ενήργησε ως δέλεαρ, προσποιούμενος ότι είναι χαμένος τουρίστας, ενώ ο συνεργός του έκλεβε από ανυποψίαστους περαστικούς.

03

δόλωμα, παγίδα

a tactical maneuver where a piece is sacrificed or placed in a vulnerable position to lure the opponent into making a disadvantageous move or to redirect their attention away from a more critical part of the board 
to decoy
01

δόλωμα, παγιδεύω με δόλωμα

lure or entrap with or as if with a decoy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decoy
γ΄ ενικό πρόσωπο
decoys
ενεστώτα μετοχή
decoying
απλός αόριστος
decoyed
παθητική μετοχή
decoyed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store