Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decrease
01
μειώνομαι, ελαττώνομαι
to become less in amount, size, or degree
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decrease
γ΄ ενικό πρόσωπο
decreases
ενεστώτα μετοχή
decreasing
απλός αόριστος
decreased
παθητική μετοχή
decreased
Παραδείγματα
The temperature is decreasing as we move into the cooler season.
Η θερμοκρασία μειώνεται καθώς μπαίνουμε στη δροσερότερη εποχή.
02
μειώνω, ελαττώνω
to make an amount, size, degree, etc. fewer or smaller
Transitive: to decrease an amount or size
Παραδείγματα
The company implemented cost-cutting measures to decrease expenses and increase profits.
Η εταιρεία εφάρμοσε μέτρα μείωσης κόστους για να μειώσει τα έξοδα και να αυξήσει τα κέρδη.
Decrease
01
μείωση, πτώση
the quantity or amount by which something is reduced
Παραδείγματα
The population saw a decrease of 5% this year.
Ο πληθυσμός είδε μια μείωση 5% φέτος.
02
μείωση, πτώση
the act of reducing or making something smaller
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decreases
Παραδείγματα
The decrease of working hours improved employee morale.
Η μείωση των ωρών εργασίας βελτίωσε το ηθικό των εργαζομένων.



























