to decrement
dec
ˈdɛk
dek
re
ri
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "decrement"στα αγγλικά

to decrement
01

μειώνω, ελαττώνω

to reduce the size, amount, or number of something 
Transitive: to decrement size or amount of something
to decrement definition and meaning
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decrement
γ΄ ενικό πρόσωπο
decrements
ενεστώτα μετοχή
decrementing
απλός αόριστος
decremented
παθητική μετοχή
decremented
Παραδείγματα
The team decided to decrement the budget for the upcoming project. 

Η ομάδα αποφάσισε να μειώσει τον προϋπολογισμό για το επερχόμενο έργο.

01

μείωση, πτώση

the quantity by which something decreases 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decrements
Παραδείγματα
The company recorded a monthly decrement in sales during the recession. 

Η εταιρεία κατέγραψε μια μηνιαία μείωση στις πωλήσεις κατά τη διάρκεια της ύφεσης.

02

μείωση, ελάττωση

a process or act of becoming smaller, shorter, or reduced in size, quantity, or intensity 
Παραδείγματα
The decrement of daylight is noticeable as winter approaches. 

Η μείωση της ημερήσιας φωτεινότητας είναι αισθητή καθώς πλησιάζει ο χειμώνας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store