Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decrement
01
μειώνω, ελαττώνω
to reduce the size, amount, or number of something
Transitive: to decrement size or amount of something
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decrement
γ΄ ενικό πρόσωπο
decrements
ενεστώτα μετοχή
decrementing
απλός αόριστος
decremented
παθητική μετοχή
decremented
Παραδείγματα
The team decided to decrement the budget for the upcoming project.
Η ομάδα αποφάσισε να μειώσει τον προϋπολογισμό για το επερχόμενο έργο.
Decrement
01
μείωση, πτώση
the quantity by which something decreases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decrements
Παραδείγματα
The company recorded a monthly decrement in sales during the recession.
Η εταιρεία κατέγραψε μια μηνιαία μείωση στις πωλήσεις κατά τη διάρκεια της ύφεσης.
02
μείωση, ελάττωση
a process or act of becoming smaller, shorter, or reduced in size, quantity, or intensity
Παραδείγματα
The decrement of daylight is noticeable as winter approaches.
Η μείωση της ημερήσιας φωτεινότητας είναι αισθητή καθώς πλησιάζει ο χειμώνας.



























