Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decrement
01
μειώνω, ελαττώνω
to reduce the size, amount, or number of something
Transitive: to decrement size or amount of something
formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decrement
γ΄ ενικό πρόσωπο
decrements
ενεστώτα μετοχή
decrementing
απλός αόριστος
decremented
παθητική μετοχή
decremented
Παραδείγματα
The ongoing optimization process was decrementing energy consumption.
Η διαδικασία βελτιστοποίησης που βρισκόταν σε εξέλιξη μείωνε την κατανάλωση ενέργειας.
Decrement
01
μείωση, πτώση
the quantity by which something decreases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decrements
Παραδείγματα
The patient 's weight showed a small decrement over the week.
Το βάρος του ασθενούς έδειξε μια μικρή μείωση κατά τη διάρκεια της εβδομάδας.
02
μείωση, ελάττωση
a process or act of becoming smaller, shorter, or reduced in size, quantity, or intensity
Παραδείγματα
The forest experienced a decrement in tree coverage due to logging.
Το δάσος γνώρισε μια μείωση της κάλυψης των δέντρων λόγω της υλοτομίας.



























