Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Decoy
01
δέλεαρ, παγίδα
an object, often resembling a prey species, used to attract animals within range of the hunter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decoys
Παραδείγματα
The hunter set up a lifelike decoy of a rabbit to lure nearby predators into range.
Ο κυνηγός έστησε ένα ρεαλιστικό δέλεαρ κουνελιού για να προσελκύσει κοντινούς θηρευτές εντός εμβέλειας.
02
δέλεαρ, παγίδα
a person who beguiles or tricks someone into a dangerous situation or leads them into harm's way
Παραδείγματα
The con artist acted as a decoy, pretending to be a lost tourist while his accomplice stole from unsuspecting passersby.
Ο απατεώνας ενήργησε ως δέλεαρ, προσποιούμενος ότι είναι χαμένος τουρίστας, ενώ ο συνεργός του έκλεβε από ανυποψίαστους περαστικούς.
03
δόλωμα, παγίδα
a tactical maneuver where a piece is sacrificed or placed in a vulnerable position to lure the opponent into making a disadvantageous move or to redirect their attention away from a more critical part of the board
to decoy
01
δόλωμα, παγιδεύω με δόλωμα
lure or entrap with or as if with a decoy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decoy
γ΄ ενικό πρόσωπο
decoys
ενεστώτα μετοχή
decoying
απλός αόριστος
decoyed
παθητική μετοχή
decoyed



























