Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
byzantine
01
βυζαντινός, περίπλοκος
so detailed and complex that understanding becomes difficult
Παραδείγματα
The Byzantine tax code was notorious for its complexity, often requiring expert assistance to navigate.
Ο βυζαντινός φορολογικός κώδικας ήταν διαβόητος για την πολυπλοκότητά του, συχνά απαιτώντας ειδικευμένη βοήθεια για να τον κατανοήσει κανείς.
02
σχετικός με την αρχαία πόλη που ονομάζεται τώρα Κωνσταντινούπολη ή τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, γνωστή για τη ιστορική και πολιτιστική της σημασία
relating to the ancient city now called Istanbul or the Byzantine Empire, known for its historical and cultural significance
Παραδείγματα
Byzantine scholars contributed to the preservation of classical literature.
Οι Βυζαντινοί λόγιοι συνέβαλαν στη διατήρηση της κλασικής λογοτεχνίας.
03
σχετικός με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και τις παραδοσιακές ελληνικές τελετές και τελετουργίες της, βυζαντινός
relating to the Eastern Orthodox Church and its traditional Greek ceremonies and rituals
Παραδείγματα
Byzantine Christianity is common in Eastern Europe and the Middle East.
Ο βυζαντινός χριστιανισμός είναι κοινός στην Ανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
04
βυζαντινός, σχετικός με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία
marked by grand domes, intricate mosaics, and elaborate decorative details, often associated with the style developed in the Byzantine Empire
Παραδείγματα
Byzantine buildings often combine Roman engineering with Eastern artistic influences.
Τα βυζαντινά κτίρια συχνά συνδυάζουν τη ρωμαϊκή μηχανική με ανατολικές καλλιτεχνικές επιρροές.
Byzantine
01
Βυζαντινός, Βυζαντινή
a person from the Eastern Roman Empire, which existed from 330 to 1453 AD
Παραδείγματα
Some Byzantines were traders who traveled across the empire ’s vast network.
Μερικοί Βυζαντινοί ήταν έμποροι που ταξίδευαν στο εκτεταμένο δίκτυο της αυτοκρατορίας.



























