Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
complicated
01
περίπλοκος, πολύπλοκος
involving many different parts or elements that make something difficult to understand or deal with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most complicated
συγκριτικός βαθμός
more complicated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The legal case was complicated, involving numerous laws and regulations.
Η νομική υπόθεση ήταν περίπλοκη, με πολλούς νόμους και κανονισμούς.
Λεξικό Δέντρο
complicatedness
uncomplicated
complicated
complicate



























