Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compliant
01
υπάκουος, προσηλωμένος
willingly obeying rules or doing what other people demand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most compliant
συγκριτικός βαθμός
more compliant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The compliant participant in the study follows the research protocol as instructed by the researchers.
Ο υπάκουος συμμετέχων στη μελέτη ακολουθεί το πρωτόκολλο έρευνας όπως ορίζεται από τους ερευνητές.
Λεξικό Δέντρο
compliant
comply



























