Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compliant
01
υπάκουος, προσηλωμένος
willingly obeying rules or doing what other people demand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most compliant
συγκριτικός βαθμός
more compliant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The compliant student always completes assignments on time and follows classroom rules.
Ο υπάκουος μαθητής πάντα ολοκληρώνει τις εργασίες εγκαίρως και ακολουθεί τους κανόνες της τάξης.
Λεξικό Δέντρο
compliant
comply



























