malleable
ma
ˈmæ
llea
liə
liē
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "malleable"στα αγγλικά

01

ελατός, πλαστικός

capable of being hammered or manipulated into different forms without cracking or breaking 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malleable
συγκριτικός βαθμός
more malleable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Gold is a highly malleable metal that can be hammered into thin sheets or shaped into intricate designs. 

Ο χρυσός είναι ένα πολύ εύκαμπτο μέταλλο που μπορεί να σφυρηλατηθεί σε λεπτά φύλλα ή να διαμορφωθεί σε περίπλοκα σχέδια.

02

εύπλαστος, επηρεάσιμος

open to influence, particularly in attitudes or opinions 
Παραδείγματα
The malleable teenager was easily swayed by his friends' opinions on fashion. 

Ο εύπλαστος έφηβος επηρεαζόταν εύκολα από τις απόψεις των φίλων του για τη μόδα.

Λεξικό Δέντρο

malleability
unmalleable
malleable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store