Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flexible
03
εύκαμπτος, ευλυγιστος
able to bend and move the body easily without breaking or injury; physically limber
Λεξικό Δέντρο
flexibility
flexibleness
flexibly
flexible
flex
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εύκαμπτος, ευλυγιστος
Λεξικό Δέντρο