Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adaptable
01
προσαρμοστικός, ευέλικτος
able to change and adjust to different conditions and circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adaptable
συγκριτικός βαθμός
more adaptable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, flexibility
Παραδείγματα
The adaptable employee quickly learns new tasks and takes on different roles within the company.
Ο προσαρμοστικός εργαζόμενος μαθαίνει γρήγορα νέες εργασίες και αναλαμβάνει διαφορετικούς ρόλους στην εταιρεία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
adaptability
unadaptable
adaptable
adapt



























