adaptedness
a
ə
ē
dap
ˈdæp
dāp
ted
tɪd
tid
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "adaptedness"στα αγγλικά

01

προσαρμοστικότητα, ικανότητα προσαρμογής

the ability or quality of being able to adjust or change to fit different situations or environments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
adaptednesses
Παραδείγματα
The polar bear's thick fur shows its adaptedness to cold climates. 

Το παχύ τρίχωμα της πολικής αρκούδας δείχνει την προσαρμοστικότητά της σε κρύα κλίματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

adaptedness
adapted
adapt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store