Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adaptedness
01
προσαρμοστικότητα, ικανότητα προσαρμογής
the ability or quality of being able to adjust or change to fit different situations or environments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adaptednesses
Παραδείγματα
The polar bear's thick fur shows its adaptedness to cold climates.
Το παχύ τρίχωμα της πολικής αρκούδας δείχνει την προσαρμοστικότητά της σε κρύα κλίματα.
Λεξικό Δέντρο
adaptedness
adapted
adapt



























