fletching
flet
ˈflɛ
fle
ching
ʧɪng
ching
sketchingfetchingstretchingetching

Ορισμός και σημασία του "fletching"στα αγγλικά

01

φτερά, πτερύγια

the feathers or vanes on an arrow that stabilize its flight, commonly used in archery and hunting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He adjusted the angle of the fletching to compensate for the wind. 

Προσάρμοσε τη γωνία των πτερυγίων για να αντισταθμίσει τον άνεμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store