Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flex
01
λυγίζω, καμπυλώνω
cause (a plastic object) to assume a crooked or angular form
02
συστέλλομαι, λυγίζω
contract
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flex
γ΄ ενικό πρόσωπο
flexes
ενεστώτα μετοχή
flexing
απλός αόριστος
flexed
παθητική μετοχή
flexed
03
λυγίζω, καμπυλώνω
bend a joint
04
τρώω στρείδια, ταΐζομαι με στρείδια
black-and-white shorebird with stout legs and bill; feed on oysters etc.
05
καμπυλώνω, λυγίζω
form a curve
06
επιδεικνύω, εκθέτω
exhibit the strength of
Flex
01
κάμψη, σύσπαση
the act of flexing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
flexing
flexion
flexor
flex



























