Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fletching
01
φτερά, πτερύγια
the feathers or vanes on an arrow that stabilize its flight, commonly used in archery and hunting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The traditional arrows had fletching made from turkey feathers.
Τα παραδοσιακά βέλη είχαν φτερά φτιαγμένα από φτερά γαλοπούλας.



























