bendable
ben
ˈbɛn
ben
da
ble
bəl
bēl
bearablebeatable

Ορισμός και σημασία του "bendable"στα αγγλικά

01

καμπτός, εύκαμπτος

able to be bent or shaped without breaking 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bendable
συγκριτικός βαθμός
more bendable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bendable wire made it easy for the artist to shape intricate designs for the sculpture. 

Το εύκαμπτο σύρμα έκανε εύκολο για τον καλλιτέχνη να διαμορφώσει περίπλοκα σχέδια για το γλυπτό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store