bendable
ben
ˈbɛn
μπεν
da
ντα
ble
bəl
μπαλ
/bˈɛndəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "bendable"στα αγγλικά

01

καμπτός, εύκαμπτος

able to be bent or shaped without breaking
Παραδείγματα
The bendable lamp can be adjusted to any angle, making it convenient for reading or studying.
Ο καμπτός λαμπτήρας μπορεί να ρυθμιστεί σε οποιαδήποτε γωνία, καθιστώντας τον βολικό για ανάγνωση ή μελέτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store