Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malleable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malleable
συγκριτικός βαθμός
more malleable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heated plastic became malleable, allowing it to be molded into the desired shape before cooling and hardening.
Το θερμαινόμενο πλαστικό έγινε εύκαμπτο, επιτρέποντάς του να διαμορφωθεί στο επιθυμητό σχήμα πριν κρυώσει και σκληρύνει.
02
εύπλαστος, επηρεάσιμος
open to influence, particularly in attitudes or opinions
Παραδείγματα
The malleable policies of the organization reflected their willingness to evolve with changing circumstances.
Οι ευέλικτες πολιτικές του οργανισμού αντανακλούσαν την προθυμία τους να εξελιχθούν με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
malleability
unmalleable
malleable



























