Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intricate
01
πολύπλοκος, λεπτομερής
having many complex parts or details that make it difficult to understand or work with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intricate
συγκριτικός βαθμός
more intricate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project required an intricate strategy to ensure its success.
Το έργο απαιτούσε μια περίπλοκη στρατηγική για να εξασφαλίσει την επιτυχία του.
Λεξικό Δέντρο
intricately
intricate
intric



























