Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intricacy
01
πολυπλοκότητα, λεπτομέρεια
a high degree of precision, care, and fine details in something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intricacies
Παραδείγματα
The lace shawl had such intricacy in its floral stitch pattern.
Το δαντελένιο σάλι είχε τέτοια πολυπλοκότητα στο λουλουδιστό σχέδιο του.
Λεξικό Δέντρο
intricacy
intric



























