intricacy
int
ˈɪnt
int
ri
ri
ca
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "intricacy"στα αγγλικά

01

πολυπλοκότητα, λεπτομέρεια

a high degree of precision, care, and fine details in something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
intricacies
Παραδείγματα
The lace shawl had such intricacy in its floral stitch pattern. 

Το δαντελένιο σάλι είχε τέτοια πολυπλοκότητα στο λουλουδιστό σχέδιο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

intricacy
intric
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store