byway
by
ˈbaɪ
μπαι
way
weɪ
ουει
flywayskywayhighwaysuperhighway

Ορισμός και σημασία του "byway"στα αγγλικά

01

δευτερεύον δρόμο, αραιοκατοικημένο δρόμο

a little-used road or lane 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
byways
Παραδείγματα
They stumbled upon a charming byway lined with old cottages. 

Σκόνταψαν σε ένα γοητευτικό παραδρόμι περιτριγυρισμένο με παλιά σπιτάκια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store