bull
Pronunciation
/bʊl/

Ορισμός και σημασία του "bull"στα αγγλικά

01

ταύρος, οποιοδήποτε αρσενικό μέλος της οικογένειας των αγελάδων

any male member of the cow family
bull definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulls
Παραδείγματα
Caution signs warned hikers about the presence of grazing bulls in the pasture, urging them to proceed with care.
Οι πινακίδες προειδοποίησης προειδοποιούσαν τους πεζοπόρους για την παρουσία ταύρων που βόσκησαν στο βοσκότοπο, προτρέποντάς τους να προχωρήσουν με προσοχή.
02

αστυνομικός, μπατσος

a police officer
bull definition and meaning
informal
Παραδείγματα
The bull handled the protest crowd.
Ο μπουλούκος αντιμετώπισε το πλήθος των διαδηλωτών.
03

ταύρος, αισιόδοξος

someone who buys or holds a certain asset or market expecting that their prices will increase, allowing them to sell at a profit

long

bull definition and meaning
Παραδείγματα
Bulls thrive in bullish markets, capitalizing on rising prices to achieve substantial profits.
Οι ταύροι ευδοκιμούν σε ανοδικές αγορές, εκμεταλλευόμενοι τις αυξανόμενες τιμές για να επιτύχουν σημαντικά κέρδη.
04

γκάφα, ατύχημα

a serious or foolish mistake
Παραδείγματα
The engineer admitted the calculation was a bull.
Ο μηχανικός παραδέχτηκε ότι ο υπολογισμός ήταν χοντρό λάθος.
05

ανοησία, βλακεία

behavior that is unacceptable or outrageous
Παραδείγματα
The audience reacted angrily to the bull.
Το κοινό αντέδρασε με θυμό στη απαράδεκτη συμπεριφορά.
06

κολοσσός, ηρακλής

a very large and powerful man
Παραδείγματα
He looked like a bull as he carried the furniture.
Έμοιαζε με ταύρο καθώς κουβαλούσε τα έπιπλα.
6.1

ταύρος, βόδι

a very muscular, bodybuilder-type gay man, usually weighing over 200 pounds
Παραδείγματα
Bulls are admired for their strength and imposing build.
Οι bulls θαυμάζονται για τη δύναμή τους και την εντυπωσιακή σωματική διάπλαση.
07

ταύρος, βόδι

a mature male of various mammals whose female is called a cow
Παραδείγματα
Bulls are often solitary outside mating season.
Οι ταύροι είναι συχνά μοναχικοί εκτός της περιόδου ζευγαρώματος.
08

κέντρο στόχου, σημείο κέντρου

the central point of a target in shooting or archery
Παραδείγματα
The marksman never missed the bull.
Ο σκοπευτής δεν αστόχησε ποτέ το κέντρο του στόχου.
09

Ταύρος, Ταύρος

the second astrological sign of the zodiac
Παραδείγματα
The constellation of the bull is visible in winter.
Ο αστερισμός του Ταύρου είναι ορατός το χειμώνα.
to bull
01

σπρώχνω, αναγκάζω

to push, shove, or force something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bull
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulls
ενεστώτα μετοχή
bulling
απλός αόριστος
bulled
παθητική μετοχή
bulled
Παραδείγματα
Workers had to bull the heavy crate up the ramp.
Οι εργάτες έπρεπε να σπρώξουν το βαρύ κιβώτιο πάνω από την ράμπα.
02

ανεβαίνω, αυξάνομαι

to increase or rise in price
Παραδείγματα
Housing costs bulled in the booming city.
Το κόστος στέγασης αυξήθηκε στην ακμάζουσα πόλη.
03

υπερβάλλω, ψευδολογώ

to speak insincerely, exaggerate, or talk without regard for truth
Παραδείγματα
Do n't bull me; I know the facts.
Μη με απατάς· γνωρίζω τα γεγονότα.
04

κάνω κερδοσκοπία στην άνοδο, ανεβάζω τεχνητά

to attempt to raise stock prices through speculative buying
Παραδείγματα
They bulled the stock in anticipation of a takeover.
Ανέβασαν την μετοχή σε αναμονή μιας εξαγοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store