stir-fry
stir
stɜ:
stē
fry
fraɪ
frai

Ορισμός και σημασία του "stir-fry"στα αγγλικά

01

τηγανητό, πιάτο stir-fry

a dish prepared by quickly cooking ingredients in a hot pan while constantly stirring 
stir-fry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stir-fries
Παραδείγματα
She made a delicious vegetable stir-fry for dinner. 

Έφτιαξε ένα νόστιμο τηγανητό λαχανικών για το βραδινό.

to stir-fry
01

τσιγαρίζω, ανακατεύω και τηγανίζω

to cook small pieces of meat or vegetables by constantly moving them around in very hot oil 
Transitive: to stir-fry meat or vegetables
to stir-fry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stir-fry
γ΄ ενικό πρόσωπο
stir-fries
ενεστώτα μετοχή
stir-frying
απλός αόριστος
stir-fried
παθητική μετοχή
stir-fried
Παραδείγματα
Stir-fry the chicken and vegetables in a wok with sesame oil until they are tender-crisp. 

Τηγανίστε το κοτόπουλο και τα λαχανικά σε ένα wok με σησαμέλαιο μέχρι να είναι τραγανά-μαλακά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store