stitching
stit
ˈstɪ
sti
ching
ʧɪng
ching
stretching

Ορισμός και σημασία του "stitching"στα αγγλικά

01

ράψιμο, βελονιά

the lines of thread made by sewing cloth, leather, or other material together 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stitchings
Παραδείγματα
The stitching on the jacket was neat and strong. 

Η ραφή στο σακάκι ήταν τακτική και δυνατή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store