stirrup
sti
ˈstɪ
sti
rrup
rəp
rēp
sterope

Ορισμός και σημασία του "stirrup"στα αγγλικά

01

αναβολέας

support consisting of metal loops into which rider's feet go 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stirrups
02

αναβολέας, οστό σε σχήμα αναβολέα

the stirrup-shaped ossicle that transmits sound from the incus to the cochlea 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store