Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stirrup
01
αναβολέας
support consisting of metal loops into which rider's feet go
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stirrups
02
αναβολέας, οστό σε σχήμα αναβολέα
the stirrup-shaped ossicle that transmits sound from the incus to the cochlea



























