Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Upstage
01
το πίσω μέρος της σκηνής, το πιο απομακρυσμένο από το κοινό μέρος της σκηνής
the back part of the stage that is the most distant from the audience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upstages
to upstage
01
κλέβω την παράσταση, τραβώ την προσοχή προς εμένα μακριά από κάποιον άλλο
steal the show, draw attention to oneself away from someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
upstage
γ΄ ενικό πρόσωπο
upstages
ενεστώτα μετοχή
upstaging
απλός αόριστος
upstaged
παθητική μετοχή
upstaged
02
κινείται προς τα πίσω στη σκηνή, αναγκάζει τους άλλους ηθοποιούς να γυρίσουν την πλάτη τους στο κοινό
move upstage, forcing the other actors to turn away from the audience
03
περιφρονώ, ταπεινώνω
treat snobbishly, put in one's place
upstage
01
πίσω μέρος της σκηνής, πίσω μισό της σκηνής
of the back half of a stage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
αποστασιοποιημένος, συγκρατημένος
remote in manner
upstage
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Props were hurriedly cleared away upstage before the next scene.
Τα αντικείμενα σκηνής απομακρύνθηκαν βιαστικά στο βάθος της σκηνής πριν από την επόμενη σκηνή.
Λεξικό Δέντρο
upstage
stage



























