Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to upskill
01
εκπαιδεύω σε νέες δεξιότητες, βελτιώνω τις δεξιότητες
to teach new skills, especially related to a current job or industry
Transitive: to upskill sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
upskill
γ΄ ενικό πρόσωπο
upskills
ενεστώτα μετοχή
upskilling
απλός αόριστος
upskilled
παθητική μετοχή
upskilled
Παραδείγματα
The company offered a workshop to upskill employees in the latest software technologies.
Η εταιρεία προσέφερε ένα εργαστήριο για την ανάπτυξη δεξιοτήτων των εργαζομένων στις τελευταίες τεχνολογίες λογισμικού.
02
βελτιώνω τις δεξιότητές μου, αποκτώ πρόσθετες δεξιότητες
to acquire additional skills, often with the goal of enhancing capabilities in one's job or industry
Intransitive
Παραδείγματα
The graphic designer decided to upskill by taking online courses in animation and video editing.
Ο γραφίστας αποφάσισε να βελτιώσει τις δεξιότητές του παρακολουθώντας διαδικτυακά μαθήματα κινούμενων σχεδίων και επεξεργασίας βίντεο.



























