Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to upsize
01
μεγαλώνω, διευρύνω
to increase the size, scale, or dimensions of something, typically making it larger or more substantial than it was before
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
upsize
γ΄ ενικό πρόσωπο
upsizes
ενεστώτα μετοχή
upsizing
απλός αόριστος
upsized
παθητική μετοχή
upsized
Παραδείγματα
The company decided to upsize their office space to fit more employees.
Η εταιρεία αποφάσισε να μεγαλώσει τον χώρο γραφείου για να χωρέσει περισσότερους υπαλλήλους.
Λεξικό Δέντρο
upsize
size



























